***
***
Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα
Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
ατέλειωτα χαρτιά, παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκες
που γερνούνε δύσκολα
κι αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες
σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες
και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών
Πηγαίνει μέσα στους δρόμους, ποτέ δεν πλαγιάζει
δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης
μηχανή μιας απέραντης οδύνης
που κατάντησε να μην έχει σημασία
Άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχό καθώς περνούσε
για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
που δε μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς
Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο
εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου
πρόσωπα ανυπόφορα απ' τη στοργή
Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος
μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα
σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ' το τρένο
ξυπνώντας άσκημα κάποια συννεφιασμένη αυγή
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτα
που να μην το συνηθίσατε·
προσκυνώ
Γιώργος Σεφέρης
Αφήγηση
( Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄)
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα
Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
ατέλειωτα χαρτιά, παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκες
που γερνούνε δύσκολα
κι αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες
σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες
και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών
Πηγαίνει μέσα στους δρόμους, ποτέ δεν πλαγιάζει
δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης
μηχανή μιας απέραντης οδύνης
που κατάντησε να μην έχει σημασία
Άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχό καθώς περνούσε
για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
που δε μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς
Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο
εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου
πρόσωπα ανυπόφορα απ' τη στοργή
Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος
μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα
σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ' το τρένο
ξυπνώντας άσκημα κάποια συννεφιασμένη αυγή
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτα
που να μην το συνηθίσατε·
προσκυνώ
Γιώργος Σεφέρης
Αφήγηση
( Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄)
το εγχειρημα
"πατησε"πανω στη φωτο του normas
εδωαπο κει κι επειτα
προστεθηκαν διαφορα στοιχεια
απο φωτογραφιες άλλες
(ημιτελές)

2 σχόλια:
Δεν είναι λίγο πολύ (ψιλοασύνταχτο, ε?) αστούλης ο Σεφέρης?
ειναι! αλλά αυτο δεν του στερει την αξια του νομιζω
εμενα μου αρεσει παρα πολυ
παρα πολυ
κι αυτο εδω που ..ξεθαψες, ειναι ενα προπλασμα για μια 'δουλεια' μου πανω στο συγκεκριμενο ποιημα του
ελπιζω ναχω την εμπνευση και το θαρρος να την τελειωσω :))
[για μια στιγμη, νομιζα πως το ασυνταχτο αναφεροταν στον Σεφερη..!!! εγω να δεις ασυνταχτα!! ου!! :) ]
Δημοσίευση σχολίου